Για το δικαίωμα στην απεργία Ι: ιστορική αναδρομή. η απεργία ως νομικό δικαίωμα.


1879: Δημιουργείται το πρώτο συνδικάτο από τους εργάτες ξύλου των ναυπηγείων της Σύρου, στην Ερμούπολη. Απαιτούν μείωση των ωρών εργασίας σε 10 και αύξηση του μεροκάματου. Μετά τους ναυπηγούς, απεργούν οι βυρσοδέψες της Σύρου με παρόμοια αιτήματα. Έπειτα από βίαιες συγκρούσεις με το στρατό και την αστυνομία, τα αιτήματά τους γίνονται δεκτά.

1894: Η πρώτη εργατική Πρωτομαγιά. Το ψήφισμά της ζητά: οκτάωρο, ανάπαυση την Κυριακή, συντάξεις σε όλους τους απόμαχους εργάτες, κατάργηση της θανατικής ποινής και της προσωπικής κράτησης για χρέη.

1896: Απεργία στα Μεταλλεία Λαυρίου. Οι απεργοί ανατινάζουν την αποθήκη δυναμίτη και καταλαμβάνουν το εργοστάσιο

1916: 21 Αυγούστου γίνεται η απεργία της Σερίφου, με πρωτεργάτη τον μεταλλωρύχο Κωνσταντίνο Σπέρα. Ζητούν οχτάωρο, αύξηση ημερομισθίου, προστασία της ζωής των εργατών (60 νεκροί εργάτες σε δύο χρόνια). Η χωροφυλακή σκοτώνει τέσσερεις απεργούς και τραυματίζει 38. Οι απεργοί αντεπιτίθενται, ο αρχηγός της χωροφυλακής πνίγεται στη θάλασσα. Τελικά, τα αιτήματα των απεργών έγιναν δεκτά. Επί 15 ημέρες την εξουσία στο νησί αναλαμβάνουν οι εργάτες.

1923: 22 Αυγούστου. Η μεγαλύτερη σε έκταση και μαχητικότητα απεργία που είχε συμβεί μέχρι τότε στην Ελλάδα. Πανεργατική συγκέντρωση της ΓΣΕΕ και του Εργατικού Κέντρου Πειραιά στο Πασαλιμάνι. Καταστέλλεται βίαια από στρατό και αστυνομία. Εντεκα νεκροί, δεκάδες τραυματίες. Βασικά αιτήματα, αύξηση των ημερομισθίων, μείωση των ωρών εργασίας, βελτίωση των συνθηκών εργασίας -ιδιαίτερα για τους ανήλικους εργαζομένους- επαναπρόσληψη των απολυμένων κ.ά.

1926: Μεγάλη απεργία των καπνεργατών του Αγρινίου. Το βασικό τους αίτημα, να μη φύγουν τα καπνά ανεπεξέργαστα στις διεθνείς αγορές, το οποίο θα είχε ως συνέπεια την αύξηση της ανεργίας και τη μείωση της περιόδου της καπνεργασίας. Η αστυνομία σκοτώνει έναν καπνεργάτη και μία καπνεργάτρια.

1927: Η πρώτη απεργιακή κινητοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων. Η κυβέρνηση ψηφίζει το νόμο 3453/12-3-1928 «περί απεργούντων Δημοσίων Υπαλλήλων» και εξαπολύει κύμα διώξεων κατά των συνδικαλιστικών στελεχών.

1942: Ξεσπάει η πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη. 24-25 Μαρτίου κηρύσσεται πανεργατική -πανυπαλληλική απεργία στην Αθήνα. Στις 16 Απριλίου η απεργία γενικεύεται στο σύνολο των δημοσίων υπηρεσιών της Αθήνας και του Πειραιά και στις 17 Απριλίου, με κάλεσμα της παράνομης Κεντρικής Πανυπαλληλικής Επιτροπής, παίρνει πανελλαδικό - πανεργατικό χαρακτήρα. Η απεργία έληξε στις 21 Απριλίου, με μερική ικανοποίηση των αιτημάτων των απεργών.

1943: Κατόπιν μαζικών κινητοποιήσεων, στις 24 Φεβρουαρίου και στις 5 Μαρτίου ξεκινά απεργία διαρκείας 27 ημερών, με σκοπό τη ματαίωση του διατάγματος για την πολιτική επιστράτευση των Ελλήνων, την οποία ήθελαν να επιβάλουν οι δυνάμεις Κατοχής, προκειμένου να στείλουν εργάτες στη Γερμανία. Ηταν η μοναδική περίπτωση επιτυχημένης κινητοποίησης σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη

1951: Στις 7 Ιουλίου η ΑΔΕΔΥ κηρύσσει απεργία με οικονομικά αιτήματα, η οποία διαρκεί 22 ημέρες. Η «τελευταία» 48ωρη απεργιακή κινητοποίηση εκείνης της περιόδου γίνεται στις 2-3 Ιουλίου 1953. Εκτοτε οι απεργιακοί αγώνες της ΑΔΕΔΥ ατονούν, η λειτουργία της χαρακτηρίζεται από νόθα συνέδρια, ενώ η δράση της παίρνει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, που περιλαμβάνει δεξιώσεις στο βασιλιά, επισκέψεις στα ανάκτορα κ.ά.

1960: Στις 1 και 2 Δεκεμβρίου γίνεται η μεγάλη απεργία των οικοδόμων, ενός κλάδου με περίπου 100.000 εργάτες, ο οποίος βρέθηκε στην πρωτοπορία των εργατικών αγώνων τη δεκαετία του ‘60. Βασικά αιτήματα είναι η υπαγωγή του κλάδου στα βαρέα και ανθυγιεινά, η καθιέρωση των εφτά ωρών εργασίας, η εξυγίανση και ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλιστικού κινήματος

Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΩΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ

Ως απεργία χαρακτηρίζεται η προσωρινή και συλλογική αποχή των εργαζομένων από την εργασία τους προκειμένου να υποστηριχθούν οι διεκδικήσεις τους. Οι διεκδικήσεις αυτές αναφέρονται κατά κύριο λόγο στην «διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων» αλλά και στην εκδήλωση αλληλεγγύης προς τα συμφέροντα άλλων εργαζομένων που συνδεόνται με τα συμφέροντα των απεργών, οπότε η απεργία προκηρύσσεται από την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση – δηλαδή την ΓΣΕΕ. Το δικαίωμα στην απεργία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, γεγονός που μαρτυρά τόσο τη σπουδαιότητα και την ανάγκη υπέρτερης νομικής του κατοχύρωσης όσο και την ιδιορρυθμία του, ενώ ρυθμίζεται περαιτέρω από το νόμο 1264/1982.
Η σημασία της νομικής κατοχύρωσης της απεργίας έγκειται στην προστασία των απεργών από κυρώσεις, τόσο από πλευράς του εργοδότη όσο και από την Πολιτεία ή από τρίτους (π.χ. ασφαλιστικούς οργανισμούς). Άλλωστε το δικαίωμα στην απεργία αποτελεί δικαίωμα βλάβης των συμφερόντων κάποιου άλλου, δικαίωμα οικονομικής ζημίας. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι παλιότερα η απεργία συνιστούσε ποινικό αδίκημα…

Έτσι, ο εργοδότης απαγορεύεται να προχωρήσει σε ανταπεργία ή να προσλάβει απεργοσπάστες στην θέση των απεργών. Επίσης δεν μπορεί να επιδιώξει δικαστικά την επιβολή ασφαλιστικών μέτρων, ρύθμιση που δεν έχει ωστόσο μεγάλο πρακτικό αποτέλεσμα εξαιτίας του μικρού χρόνου εκδίκασης των εργατικών διαφορών. Ο χρόνος της απεργίας, ενώ ο εργοδότης δεν οφείλει μισθό, λογίζεται παρόλαυτα ως χρόνος εργασίας σε ό, τι έχει να κάνει με δευτερογενή δικαιώματα (διάρκεια άδειας, επιδόματα εορτών, αποζημίωση απόλυσης). Ούτε μπορεί επομένως να νοηθεί ως σιωπηρή καταγγελία από τον εργαζόμενο, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει υποχρέωση όταν αυτός επιστρέψει στην εργασία του να τον δεχθεί. Η απεργία λοιπόν δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο απόλυσης. Πολύ περισσότερο, η απόλυση κατά τη διάρκεια της απεργίας ή αμέσως μετά, για λόγους εκδίκησης, είναι άκυρη.

Το δικαίωμα στην απεργία υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Για να είναι λοιπόν νόμιμη μια απεργία, πρέπει να έχει κηρυχθεί από την αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση, με απόφαση που ελήφθη με κρυφή ψηφοφορία. Πρέπει ακόμα να έχει ειδοποιηθεί ο εργοδότης τουλάχιστον 24 ώρες πριν και οι απεργοί να διαθέσουν ένα ελάχιστο προσωπικό ασφαλείας για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών.

Ο συχνότερος τρόπος που επιλέγουν οι εργοδότες για να πλήξουν μια απεργία είναι να επιτύχουν την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης που να την κηρύσσει παράνομη ή καταχρηστική ή, κατά την προσφιλή συνήθεια των δικαστηρίων, και τα δύο.
Παράνομη είναι μια απεργία όταν δεν πληρείται κάποιος από τους παραπάνω όρους ή όταν τα αιτήματά της είναι παράνομα ή ακόμα όταν είναι παράνομη εκ του νόμου (π.χ. απαγόρευση της απεργίας για αστυνομικούς με ειδικό νόμο). Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι υπάρχει, παρότι δεν είναι κατοχυρωμένο θεσμικά, το τεκμήριο της νομιμότητας της απεργίας, που σημαίνει πως μέχρι να κηρυχθεί το αντίθετο με μια δικαστική απόφαση, η απεργία λογίζεται νόμιμη, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις στους απεργούς για αυτό το διάστημα.
Καταχρηστική είναι όταν ασκείται σε αντίθεση με το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή όταν υπερβαίνει τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην πράξη ο περιορισμός αυτός έχει ξεφύγει από μια ορθολογική δικαιϊκή στάθμιση, και έχει καταλήξει εργαλείο προώθησης των εργοδοτικών συμφερόντων, με την κήρυξη σχεδόν κάθε απεργίας ως (παράνομης και) καταχρηστικής.
Αποτέλεσμα μιας τέτοιας απόφασης είναι να αναβιώνει η υποχρέωση του μισθωτού για παροχή εργασίας και η τυχόν συνεχιζόμενη απουσία του να είναι αδικαιολόγητη και να συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη.



ιστορικά στοιχεία: Ελευθεροτυπία

Σχόλια